πυός


πυός
ὁ, Α
το πρώτο γάλα γυναίκας ή ζώου μετά τον τοκετό, το πρωτόγαλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά την επικρατέστερη ετυμολ., η λ. πυός συνδέεται με τη λ. πύον (βλ. λ. πύθω), εφόσον ο τ. αποδίδει την ιδιότητα τού ξινού που χαρακτηρίζει τα σάπια πράγματα (πρβλ. αρχ. ινδ. śara-«ξινή σάλτσα» και śaras- «κρούστα γάλακτος»). Παράλληλα με τον τ. πυός μαρτυρούνται με την ίδια σημ. και οι τ. πῦαρ (πρβλ. πῖαρ, ἔαρ) και πύας (που έχει προταθεί η διόρθωση του σε πῦαρ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πύος — discharge from a sore neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυός — πῡός , πυός first milk after the birth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πύος — τὸ, Α βλ. πύον …   Dictionary of Greek

  • μιξόπυος — μιξόπυος, ον (Α) αναμεμιγμένος με πύον. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μιξ(ο) τού μίγνυμι* / μείγνυμι + πυος (< πύον), πρβλ. ενδό πυος] …   Dictionary of Greek

  • πυτία — η, ΝΜΑ, και πυτιά Ν, και πυετία και δ. γρφ. πιτύα Α ένζυμο τού γαστρικού υγρού που επιτρέπει την πήξη τού γάλακτος με καθίζηση τής καζεΐνης νεοελλ. ό,τι απομένει στις αλυκές μετά την αποβολή τού αλατιού αρχ. 1. το πρώτο μετά τον τοκετό γάλα τών… …   Dictionary of Greek

  • πύθω — Α προξενώ σήψη ενός πράγματος, σαπίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. πύ θω / πύ θομαι, με επίθημα θω (πρβλ. βρίθω, πλήθω) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *pū «σαπίζω, βρομώ» που προέρχεται από ονοματοποιία επιφωνήματος *pu δηλωτικού αηδίας, σιχαμάρας, και συνδέεται με τα:… …   Dictionary of Greek

  • πύον — το, ΝΜΑ, και πύος Α υγρό, αδιαφανές, φλεγμονώδες εξίδρωμα, πλούσιο σε αλλοιωμένα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα ύστερα από φαγοκυττάρωση στην εστία μιας φλεγμονής αρχ. πυός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πύθω] …   Dictionary of Greek

  • υπόπυος — α, ον / ὑπόπυος, ον, ΝΑ έμπυος νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το υπόπυον ιατρ. συγκέντρωση πύου εσωτερικά και στο κάτω μέρος τού πρόσθιου θαλάμου τού ματιού, που αποτελεί σημείο ενδοφθάλμιας λοίμωξης αρχ. 1. αναμεμιγμένος με πύον 2. το ουδ. ως ουσ.… …   Dictionary of Greek

  • ԴԱԼ — (ի.) NBH 1 0590 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 13c գ. ԴԱԼ որ եւ ԴԱՅԼ. πύος, πυός colostrum, colostra Առաջին կաթն մօր. ... Բժշկարան.: *Զի դալն մօրն այրէ զգութ աղեաց իւրոց ի բորբոքել սիրոյ մանկանն ի սիրտ մօր իւրոյ. Եփր. ել …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • πυῶν — πύη fem gen pl πύος discharge from a sore neut gen pl (attic epic doric) πῡῶν , πυός first milk after the birth masc gen pl πυόω cause to suppurate pres part act masc voc sg (doric aeolic) πυόω cause to suppurate pres part act neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.